There are three major facts that should be watched out for in all payday loans in the United States. What can cause long-term use of Viagra? In the network and other sources of information, there is no reliable data on the long-term use of Viagra and its negative effects on the body.
Γλωσσάρι

CD4

Μια πρωτεΐνη που βρίσκεται πάνω στην εξωτερική επιφάνεια ορισμένων κυττάρων (ορισμένα Τ-λεμφοκύτταρα, μακροφάγα, μονοκύτταρα, κύτταρα γλοίας στον εγκέφαλο). Είναι η θέση σύνδεσης του HIV με το κύτταρο.

CD4-Τ Λεμφοκύτταρα

(Τ4 λεμφοκύτταρα ή βοηθητικά) Μια υποομάδα των Τ-λεμφοκυττάρων που διεγείρουν τα Β-λεμφοκύτταρα για να κατασκευάσουν αντισώματα.

CD8

Μια πρωτεΐνη που βρίσκεται πάνω στην εξωτερική επιφάνεια ορισμένων κυττάρων (ορισμένα Τ-λεμφοκύτταρα).

CD8-Τ Λεμφοκύτταρα

(Τ8 λεμφοκύτταρα ή κατασταλτικά) Μια υποομάδα των Τ-λεμφοκυττάρων που μετριάζουν ή καταστέλλουν την αντίδραση των Β-λεμφοκυττάρων.

Compassionate use

(Χρήση από συμπόνια) Χορήγηση φαρμάκων που δεν έχουν ακόμη εγκριθεί, σε άτομα που δεν έχουν άλλη δυνατότητα θεραπείας.

DNA

Δεσόξυ-ριβονουκλεϊνικό οξύ. Η χημική ουσία που βρίσκεται στον πυρήνα των κυττάρων και περιέχει όλες τις γενετικές πληροφορίες.

Expanded access

(Διευρυμένη πρόσβαση) Πρόγραμμα κατά το οποίο χορηγείται σε ασθενείς ένα πειραματικό φάρμακο, παρότι δεν πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής σε μια κλινική δοκιμή.

gp120

Η πρωτεΐνη στην επιφάνεια του HIV που συνδέεται με το CD4 και επιτρέπει στον HIV να μπει μέσα σε ορισμένα Τ-λεμφοκύτταρα.

gp160

Η πρωτεΐνη που κόβει η πρωτεάση του ιού για να σχηματίσει τις πρωτείνες gp41 και gp120.

gp41

Η πρωτεΐνη στην επιφάνεια του HIV που χρησιμοποιείται για την είσοδό του στο κύτταρο.

Gram+/Gram-

(αρνητικά/θετικά κατά γκραμ) Μια μέθοδος κατατάξεως των βακτηριδίων ανάλογα με τον τρόπο βαφής τους από μια συγκεκριμένη χρωστική ουσία.

HAART

(Highly Active Anti Retroviral Treatment = αντιρετροϊική αγωγή υψηλής δραστικότητας) Φαρμακευτική αγωγή με ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων πρωτεάσης και αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης. Είναι προς το παρόν η πιο αποτελεσματική αγωγή για τη διατήρηση χαμηλού ιικού φορτίου στο περιφερειακό αίμα και άνοδο/σταθεροποίηση του αριθμού των CD4 λεμφοκυττάρων.

IC50

(ανασταλτική συγκέντρωση) Η ποσότητα ενός φαρμάκου που απαιτείται για να ανασταλεί ο πολλαπλασιασμός ενός μικροβίου ή ιού κατά 50%.

IC90

(ανασταλτική συγκέντρωση) Η ποσότητα ενός φαρμάκου που απαιτείται για να ανασταλεί ο πολλαπλασιασμός ενός μικροβίου ή ιού κατά 90%.

In vitro

(λατινικά «στο γυαλί») Έξω από τον οργανισμό, στο εργαστήριο.

In vivo

Mέσα στον οργανισμό.

PCP

Συντομογραφία για την πνευμονία από πνευμονοκύστη Καρίνι.

RNA

Ριβονουκλεϊνικό οξύ. Η μορφή με την οποία ο HIV αποθηκεύει την γενετική του πληροφορία.

Western Blot

Εξέταση αίματος που ανιχνεύει συγκεκριμένα αντισώματα για ορισμένες πρωτεΐνες ειδικού παθογόνου - όπως ενός ιού ή βακτηριδίου. Γίνεται για να επιβεβαιωθεί ένα θετικό τεστ ELISA (Ελάιζα).

Wild type

(αρχέγονος τύπος) Ιός που δεν έχει εκτεθεί σε αντιρετροϊικά φάρμακα.

Αθηροσκλήρυνση

Αρτηριοσκλήρυνση.

Αιματοεγκεφαλικός φραγμός

Tα αγγεία του εγκεφάλου έχουν πολύ μικρότερες οπές στο τοίχωμά τους απ' ό,τι αυτά του υπόλοιπου σώματος. Έτσι πολλά φάρμακα δεν μπορούν να περάσουν από το αίμα στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Αιμοπετάλια

Κυτταρικά θραύσματα (από τα θρομβοκύτταρα) που κυκλοφορούν στο αίμα και είναι σημαντικά για τον μηχανισμό πήξεως του αίματος.

Αιμοσφαιρίνη

Μια ουσία (πρωτεΐνη) που υπάρχει στο εσωτερικό των ερυθρών αιμοσφαιρίων η οποία μεταφέρει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς και διοξείδιο του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες.

Αλκαλική φωσφατάση

Ένα ένζυμο του συκωτιού, που απελευθερώνεται στο αίμα όταν υπάρχει βλάβη του οργάνου από λοίμωξη ή από τοξικά φάρμακα.

Αλλοπαθητική (Ιατρική)

Όρος που χρησιμοποιείται από ομοιοπαθητικούς γιατρούς για να περιγράψει τη συμβατική δυτική ιατρική. Σημαίνει τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων με τη χρήση ουσιών που ανταγωνίζονται ή καταπολεμούν το αίτιο που τις προκαλεί.

Αμινοξύ

Τα βασικά δομικά στοιχεία των πρωτεϊνών, όπως οι κρίκοι από απαρτίζουν μια αλυσίδα. Περιέχουν άζωτο στο μόριό τους και δεν μπορούν να αποθηκευτούν στο σώμα. Παρότι μερικά μπορούν να συντεθούν από τον οργανισμό, πολλά από αυτά πρέπει να προσληφθούν από την τροφή.

Αμυλάση

Ένα ένζυμο (πρωτεΐνη) που παράγεται από το πάγκρεας και τους σιελογόνους αδένες και συμβάλλει στην πέψη του αμύλου των τροφών.

Αμφιβληστροειδίτιδα

Η φλεγμονή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα στο εσωτερικό του ματιού (το «φιλμ» του ματιού). Πολύ σοβαρή κρίσιμη για την όραση που σχεδόν πάντα αφήνει μόνιμες βλάβες που μπορούν να φτάσουν μέχρι την τύφλωση.

Αναβολικά (στεροειδή)

Φάρμακα που επιταχύνουν τη διαδικασία του αναβολισμού.

Αναβολισμός

Η μεταβολική διαδικασία της κατασκευής νέων ιστών.

Αναιμία

Η ελάττωση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμα ή η ελάττωση του ποσού αιμοσφαιρίνης που περιέχουν. Σε μερικές μορφές αναιμίας παρατηρείται και αλλαγή στο σχήμα των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Ανασταλτική συγκέντρωση

Η ποσότητα εκείνη ενός φαρμάκου που χρειάζεται για να ανασταλεί ο πολλαπλασιασμός ενός μικροβίου ή ιού κατά 50% ή 90%.

Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης

Φάρμακα που εμποδίζουν τη δράση της ανάστροφης μεταγραφάσης και διακόπτουν το πολλαπλασιασμό του ιού.

Αναστολείς της πρωτεάσης του HIV

Φάρμακα που αναστέλλουν τη λειτουργία της πρωτεάσης του ιού και εμποδίζουν τον σχηματισμό νέων ιών.

Αναστολείς της σύντηξης

Φάρμακα που εμποδίζουν τον HIV να προσκολληθεί στο κύτταρο-στόχο και να μπει μέσα του.

Ανάστροφη μεταγραφάση

Ένα ένζυμο του ρετροϊού που μετατρέπει το γενετικό υλικό από RNA σε DNA. Αυτή η διαδικασία είναι απαραίτητη για τον πολλαπλασιασμό του ιού.

Ανθεκτικότητα

Η ικανότητα ενός μικροοργανισμού να μην επηρεάζεται από ένα μέχρι πρότινος αποτελεσματικό φάρμακο και να πολλαπλασιάζεται ακόμη και όταν αυτό είναι παρόν. Ονομάζεται επίσης «Αντοχή».

Ανθρώπινη αυξητική ορμόνη από ανασυνδυασμένο DNA

Η περιοχή του ανθρώπινου DNA (γονίδιο) που περιλαμβάνει την πληροφορία για τη σύνθεση της αυξητικής ορμόνης έχει απομονωθεί, έχει τοποθετηθεί εμβόλιμα μέσα σε ένα ξένο κύτταρο (μικρόβιο), που διατηρείται σε καλλιέργεια. Το «ξεγελασμένο» κύτταρο παράγει ανθρώπινη αυξητική ορμόνη. Η αυξητική ορμόνη χρησιμοποιείται για να αυξήσει τη μυϊκή μάζα του σώματος σε άτομα μολυσμένα με HIV.

Άνοια

Οργανική βλάβη του εγκεφάλου που συνοδεύεται από έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών. Με την πρόοδο των βλαβών εμφανίζονται και ψυχικές διαταραχές.

Ανοσοκατασταλτικά

Φάρμακα που προκαλούν ανοσοκαταστολή.

Ανοσοκαταστολή

Η καταστροφή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος που συνεπάγεται ελάττωση της ικανότητάς του να προστατεύει τον οργανισμό από εισβολείς και από καρκινικά κύτταρα. Η ανοσοκαταστολή μπορεί να προκαλείται από φάρμακα, ακτινοβολία ή τον HIV.

Ανοσοσφαιρίνη

Αντίσωμα (βλ. λέξη).

Αντιγοναιμία

Η παρουσία ενός αντιγόνου σε μεγάλη ποσότητα στο αίμα. Στο HIV/AIDS αυτό συμβαίνει με το αντιγόνο p24 του HIV. Ψηλές τιμές του σημαίνουν ότι ο HIV είναι πολύ δραστήριος στο συγκεκριμένο άτομο.

Αντιγόνο

Ξένη ουσία που εισβάλλει στο σώμα μας (βακτήρια, ιοί, μύκητες κ.ά). Το ανοσοποιητικό σύστημα για να μας προστατεύσει αντιδρά παράγοντας αντισώματα ή κινητοποιώντας εναντίον της ειδικευμένους υποπληθυσμούς κυττάρων του.

Αντιοξειδωτικό

Βιταμίνη, μέταλλο ή φάρμακο που ελαττώνει τη δραστικότητα των ελεύθερων ριζών.

Αντιρετροϊικά φάρμακα

Τα φάρμακα που εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό του HIV ώστε να μη μολύνει νέα κύτταρα του οργανισμού. Υπάρχουν τέσσερις οικογένειες αντιρετροϊικών: οι νουκλεοσιδικοί αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης, οι μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης, οι αναστολείς πρωτεάσης, και οι αναστολείς σύντηξης.

Αντισώματα

Ειδικές πρωτεΐνες που παράγονται από εξειδικευμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος (Β-λεμφοκύτταρα), αναγνωρίζουν τις εχθρικές ουσίες ή κύτταρα που εισβάλλουν στον οργανισμό και προσκολλώνται πάνω τους.

Αντοχή

Συνώνυμο της «Ανθεκτικότητας» (βλ. λέξη).

Αξονική τομογραφία

Εξέταση κατά την οποία με ένα ειδικό μηχάνημα ακτινών Χ απεικονίζονται εγκάρσιες «φέτες» του σώματος. Χρησιμοποιείται για την διάγνωση όγκων, αιματωμάτων και άλλων μεταβολών στην ανατομία του σώματος.

Απόστημα

Συλλογή πύου σε μια κύστη μέσα σε κάποιον ιστό ή όργανο, σαν αποτέλεσμα μιας οξείας φλεγμονής.

Αρτηριοσκλήρωση

Σκλήρυνση και πάχυνση του τοιχώματος των αρτηριών σαν αποτέλεσμα εναπόθεσης χοληστερίνης και λιπιδίων στο εσωτερικό τους τοίχωμα.

Αρχέγονος Τύπος

Ιός που δεν έχει εκτεθεί σε αντιρετροϊικά φάρμακα.

Αταξία

Νευρολογική πάθηση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συντονισμού των σκελετικών μυών.

Αυτόλογος

Από το ίδιο πρόσωπο.

Αυτόνομη νευροπάθεια

(νευροπάθεια του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος) Βλάβη στο τμήμα εκείνο του νευρικού συστήματος που ελέγχει την πίεση του αίματος, την κινητικότητα των εντέρων και τη στύση.

Βακτηριαιμία

Η ύπαρξη βακτηριδίων στο αίμα. Μια δυνητικά θανατηφόρος κατάσταση.

Βακτηρίδια

Μονοκύτταροι οργανισμοί. Πολλοί από αυτούς είναι επικίνδυνοι για τον άνθρωπο.

Βακτηριδιοκτόνο

Το αντιβιοτικό που παρεμβαίνει στον κύκλο ζωής των βακτηριδίων και τα σκοτώνει.

Βακτηριδιοστατικό

Το αντιβιοτικό που δεν σκοτώνει απευθείας τα βακτηρίδια, αλλά τα εμποδίζει να πολλαπλασιαστούν.

Βιοδιαθεσιμότητα

Η ικανότητα του φαρμάκου να απορροφάται από τον οργανισμό και να φτάνει στον τελικό του στόχο.

Βιοτεχνολογία

Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται για να χειριστεί το γενετικό υλικό των μικροβίων και να τα κάνει να παραγάγουν ανθρώπινες πρωτεΐνες.

Βιοψία

Η λήψη ενός μικρού δείγματος από έναν ιστό με σκοπό την εξέτασή του για να διαπιστωθεί αν υπάρχει κάποια πάθηση.

Β-λεμφοκύτταρα

Κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που συνεργάζονται στενά με τα Τ-λεμφοκύτταρα και παράγουν αντισώματα.

Βλεννογόνος

Επιθήλιο που παράγει βλέννα.

Βραδύς ιός

Μια υποκατηγορία των ρετροϊών που προκαλεί χρόνιες παθήσεις. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι η πάθηση εμφανίζεται πολύ καιρό μετά τη μόλυνση του οργανισμού. Ο HIV ανήκει σ' αυτή την κατηγορία.

Βρογχοσκόπηση

Εξέταση κατά την οποία ένας εύκαμπτος σωλήνας με οπτικές ίνες μπαίνει μέσα στους βρόγχους των πνευμόνων για να τους εξετάσει και ενδεχομένως να πάρει υλικό για βιοψία.

Γαλακτική οξέωση

Ψηλά επίπεδα γαλακτικού οξέως στο αίμα. Είναι μια από τις (σπάνιες) παρενέργειες των νουκλεοσιδικών αναστολέων την ανάστροφης μεταγραφάσης.

Γαλακτικό οξύ

Μια ουσία που παράγεται κατά τον μεταβολισμό των κυττάρων.

Γλουταθειόνη

Μια ουσία που χρησιμοποιείται από τον οργανισμό για να αντιμετωπίσει τις οξειδωτικές ουσίες.

Γλυκόζη

Ένα σάκχαρο που βρίσκεται στο αίμα και είναι το «καύσιμο» των κυττάρων. Όλα τα σάκχαρα και οι υδατάνθρακες μετατρέπονται από τον οργανισμό σε γλυκόζη πριν απορροφηθούν.

Γονίδιο

Μια αλληλουχία του DNA που περιέχει την πληροφορία για την παρασκευή μιας πρωτεΐνης.

Γονιδίωμα

Το σύνολο της γενετικής πληροφορίας ενός κυττάρου (όλο το DNA του ή το RNA του, αν πρόκειται για ρετροϊό).

Γονότυπος

Τα γενετικά χαρακτηριστικά ενός οργανισμού.

Διαβήτης

Η πάθηση που χαρακτηρίζεται από αυξημένη ποσότητα γλυκόζης στο αίμα, λόγω προβλημάτων στην παραγωγή της ορμόνης ινσουλίνης.

Διασταυρούμενη ανθεκτικότητα

Η κατάσταση κατά την οποία όταν ένα μικρόβιο ή ιός αναπτύξει ανθεκτικότητα σε ένα φάρμακο, εμφανίζει ανθεκτικότητα και στα υπόλοιπα φάρμακα της ίδιας χημικής κατηγορίας.

Διπλή τυφλή μελέτη

Η κλινική μελέτη κατά την οποία ούτε ο ασθενής, αλλά ούτε και ο γιατρός ξέρουν ποιος παίρνει το υπό δοκιμή φάρμακο. Αυτό αποκαλύπτεται μόνο μετά το τέλος της μελέτης, ώστε να αποφεύγονται η αυθυποβολή (από τους ασθενείς) και η προκατάληψη (από τον γιατρό) και να εξάγονται όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτα αποτελέσματα.

Δυσαπορρόφηση

Η ελαττωμένη απορρόφηση ουσιών (τροφές, φάρμακα) από το έντερο, που οφείλεται σε φλεγμονή και ανεπάρκεια ενζύμων του εντέρου, ακτινοβολία, φάρμακα, νόσους του συκωτιού και διαβήτη. Οδηγεί σε έντονες διάρροιες, ελλείψεις βιταμινών (σε ελαφρύτερες μορφές) και καχεξία (σε βαριές μορφές). Η δυσαπορρόφηση προκαλεί επίσης ελαττωμένη απορρόφηση φαρμάκων, με αποτέλεσμα στο αίμα να μην υπάρχει η απαραίτητη θεραπευτική πυκνότητα και τα μικρόβια /οι ιοί να αναπτύσσουν ανθεκτικότητα.

Δυσπλασία

Ανώμαλη ανάπτυξη κυττάρων, στα όρια του φυσιολογικού.

Εγκεφαλίτιδα

Φλεγμονή του εγκεφάλου που μπορεί να οφείλεται σε ιούς, μικρόβια, μύκητες, παράσιτα ή τοξίνες. Είναι μια πάρα πολύ σοβαρή πάθηση, που μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε θάνατο.

Εγκεφαλονωτιαίο υγρό

Το υγρό που περιβάλλει τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό.

Εγκεφαλοπάθεια

Διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου (χωρίς φλεγμονή) που μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικές διαταραχές του μεταβολισμού ή σε παθήσεις του μεταβολισμού του νερού και των ηλεκτρολυτών, καθώς και σε βαριά νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.

Ελάχιστη θεραπευτική πυκνότητα

Η ελάχιστη πυκνότητα ενός φαρμάκου που χρειάζεται να υπάρχει στο αίμα ώστε το φάρμακο να μπορεί να εξασκήσει τη φαρμακολογική του δράση και να έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Ελεύθερες ρίζες

Ηλεκτρικά φορτισμένα τμήματα χημικών ουσιών που παράγονται κατά την καύση ουσιών για παραγωγή ενέργειας μέσα στα κύτταρα. Οι ελεύθερες ρίζες είναι τοξικές και βλάπτουν τον οργανισμό.

Εμβόλιο

Μια ουσία παρασκευασμένη εργαστηριακά που περιέχει αντιγόνα ενός λοιμογόνου μικροοργανισμού. Η είσοδός της στον οργανισμό (εμβολιασμός) διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα και οδηγεί στην παραγωγή αντισωμάτων εναντίον του μικροβίου.

Ενδογενής

Αυτός που προέρχεται από το εσωτερικό του σώματος (αντίθετο: εξωγενής)

Ενδορραχιαία χορήγηση φαρμάκου

Χορήγηση φαρμάκου μέσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό για την θεραπεία σοβαρών παθήσεων του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Με αυτό το τρόπο παρακάμπτεται ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός.

Ένζυμο

Μια πρωτεΐνη που επιταχύνει μια συγκεκριμένη χημική αντίδραση.

Ενσωματάση

(Ιντεγκράση) Ένζυμο του HIV με το οποίο το γενετικό υλικό του ιού ενσωματώνεται σε αυτό του προσβεβλημένου κυττάρου.

Εξωγενής

Αυτός που προέρχεται από το εξωτερικό του σώματος (αντίθετο ενδογενής)

Επιδημιολογία

Η μελέτη των διαφόρων παθήσεων στον ανθρώπινο πληθυσμό.

Επιθήλιο

Η στρώση των κυττάρων που καλύπτουν κοιλότητες μέσα σε όργανα του σώματος.

Επιμένουσα γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια

Διόγκωση των λεμφαδένων που συναντάται μερικές φορές σε ασυμπτωματική μόλυνση από HIV

Έρπης

(απλός έρπης, HSV) Ένας ιός που προκαλεί πληγές στο δέρμα γύρω από το στόμα, μέσα στο στόμα, τα γεννητικά όργανα, το ορθό και τον πρωκτό. Μια υπομορφή του ιού προσβάλλει και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού.

Έρπης Ζωστήρας

(HZV) Ένας ιός της κατηγορίας των ερπητοϊών που προσβάλλει το δέρμα.

Ερύθημα

Κοκκίνισμα στο δέρμα.

Ερυθροποιητίνη

Μια ορμόνη που παρασκευάζεται στα νεφρά και διεγείρει την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων από τον μυελό των οστών.

Ευκαιριακές λοιμώξεις

Διάφορες λοιμώξεις που δεν προσβάλλουν τον οργανισμό όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι δυνατό, αλλά εμφανίζονται όταν αυτό είναι καταβεβλημένο.

Ηλεκτροεγκεφαλογράφημα

Η καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου διαμέσου του άθικτου κρανίου.

Ηλεκτρομυογράφημα

Μια εξέταση που μετρά την ηλεκτρική δραστηριότητα ενός μυός μέσω ηλεκτροδίων και εντοπίζει διαταραχές στη λειτουργία του.

Ηπατίτιδα

Η φλεγμονή του ήπατος (συκωτιού) που οφείλεται συνήθως σε μόλυνση από ιό ή σε δράση τοξικών ουσιών, φαρμάκων, αλκοόλ, κ.ά.

Θεραπεία πρώτης γραμμής

Τα φάρμακα που δίνονται όταν αρχίζει μια θεραπεία για πρώτη φορά.

Θεραπεία σωτηρίας

(Salvage treatment) Το θεραπευτικό σχήμα που ακολουθείται όταν προηγούμενα σχήματα έχουν αποτύχει.

Θεραπευτικό εμβόλιο

Το «εμβόλιο» που χρησιμοποιείται για να βελτιώσει την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε έναν οργανισμό που έχει ήδη εμφανίσει μια λοίμωξη. Τα συνηθισμένα εμβόλια δίνονται πριν από την εμφάνιση της λοίμωξης και την εμποδίζουν να αναπτυχθεί.

Θρομβοκυτοπενία

Η ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα. Αυτά είναι υπεύθυνα για την πήξη του αίματος.

Θύμος

Ένας αδένας που βρίσκεται στον θώρακα. Μέσα σ' αυτόν ωριμάζουν τα Τ-λεμφοκύτταρα.

Ιαιμία

Η παρουσία ιού στο αίμα.

Ιδιοπαθής

Άγνωστης αιτιολογίας.

Ιικό φορτίο

Το ποσό του HIV που κυκλοφορεί στο αίμα του οροθετικού ατόμου. Στην πραγματικότητα αυτό που μετριέται είναι το ιικό RNA.

Ίκτερος

Η αύξηση της χολερυθρίνης στο αίμα. Σχετίζεται με βλάβη στο συκώτι ή στη χοληδόχο κύστη.

Ινσουλίνη

Μια ορμόνη (πρωτεΐνη) που εκκρίνεται από το πάγκρεας και βοηθά τα κύτταρα να χρησιμοποιήσουν τη γλυκόζη του αίματος, ώστε να παραγάγουν ενέργεια από αυτήν.

Ιντερλευκίνη 2

Μικρή πρωτεΐνη (ορμόνη) που παράγεται από κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και ελέγχει την αντίδραση των κυττάρων του εναντίον μικροβίων και καρκινικών κυττάρων. Σε άτομα με HIV τα επίπεδα της ιντερλευκίνης 2 είναι χαμηλά.

Ιντερφερόνη

Ουσία του οργανισμού που δρα σαν αγγελιοφόρος. Εκκρίνεται από κύτταρα μολυσμένα από ένα βακτηρίδιο ή έναν ιό. Κατευθύνει την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος και εμφανίζουν αντι-ιική και κυτταροστατική δράση.

Ιός Epstein Barr

Ένας ιός της κατηγορίας των ερπητοϊών. Δρα σαν επιπρόσθετος παράγοντας στην ανάπτυξη ενός όγκου που ονομάζεται λέμφωμα σε άτομα με HIV και προκαλεί την τριχωτή στοματική λευκοπλακία.

Καλλιέργεια

Η ανάπτυξη μικροβίων πάνω σε ειδικά τροφικά υλικά μέσα στο εργαστήριο.

Καντιντίαση

Μόλυνση από τον μύκητα Candida albicans (συνώνυμο: Μονιλίαση).

Κεντρικό Νευρικό Σύστημα

Ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός.

Κλινική δοκιμή

Πειραματική χορήγηση μιας φαρμακευτικής ουσίας για ένα χρονικό διάστημα σε ομάδα ασθενών, υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση, με σκοπό να διαπιστωθούν η δράση και οι παρενέργειες της ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό. Της κλινικής δοκιμής έχουν προηγηθεί η εργαστηριακή δοκιμή και η δοκιμή σε πειραματόζωα.

Κοκκιοκύτταρα

Μια ομάδα λευκών αιμοσφαιρίων που στο μικροσκόπιο εμφανίζουν κοκκία στο εσωτερικό τους.

Κολίτιδα

Η φλεγμονή του εντέρου.

Κολποσκόπηση

Η γυναικολογική εξέταση του κόλπου με τη χρήση μικροσκοπίου για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν αλλοιώσεις στην εσωτερική του επίστρωση (επιθήλιο) ή στον τράχηλο της μήτρας.

Κονδύλωμα

Μόλυνση από τον ιό των θηλωμάτων του ανθρώπου (HPV) που εκδηλώνεται με σκληρά και μυτερά εξογκώματα στα γεννητικά όργανα και το πρωκτό. Είναι ένα συχνό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.

Κορτικοστεροειδή

Ουσίες του οργανισμού (π.χ. κορτιζόνη) που παράγονται στον φλοιό των επινεφριδίων.

Κρεατινίνη

Ουσία (πρωτεΐνη) που βρίσκεται στους μύες και στο αίμα και αποβάλλεται μέσω των νεφρών. Το επίπεδο κρεατινίνης στο αίμα είναι ενδεικτικό της λειτουργίας των νεφρών. Αύξησή του δείχνει δυσλειτουργεία των νεφρών.

Κριτήρια αποκλεισμού

Τα αίτια /συνθήκες που αποκλείουν τη συμμετοχή ενός ατόμου σε μια κλινική μελέτη (δεν πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής).

Κρυπτοκοκκίαση

Η μόλυνση από κρυπτόκοκκο, ένα παράσιτο, που μπορεί να προκαλέσει μηνιγγίτιδα ή πνευμονία.

Κρυπτοσποριδίωση

Η μόλυνση από το παράσιτο Cryptosporidium parvum που προκαλεί σοβαρή διάρροια.

Κυτοκίνες

(ετυμολ. κύτταρο + κινώ) Χημικές ουσίες-μηνύματα (πρωτεΐνες) που εκκρίνονται από ορισμένα κύτταρα (ενεργοποιημένα Τ-λεμφοκύτταρα) και που σκοπό έχουν να προσελκύσουν στο σημείο της φλεγμονής άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος (Τ- και Β- λεμφοκύτταρα), ώστε να καταπολεμηθεί αποτελεσματικότερα ένας εισβολέας. Αυτές είναι η ιντερφερόνη, ο παράγοντας νεκρώσεως όγκων, η ερυθροποιητίνη κ.ά.

Κύτταρα γλοίας

(συνώνυμο: νευρογλοία) Μια κατηγορία νευρικών κυττάρων που βρίσκονται στον εγκέφαλο.

Κυτταρομεγαλοϊός

Ένας ιός που προσβάλλει διάφορα όργανα και μπορεί να προκαλέσει τύφλωση σε άτομα με προχωρημένη νόσο HIV.

Κυτταροστατικό

Ουσία που σταματά τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Κυτταροστατικά φάρμακα χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του καρκίνου.

Κυτταροτοξικά Τ-λεμφοκύτταρα

Μια υποομάδα των Τ-λεμφοκυττάρων που επιτίθενται και καταστρέφουν κύτταρα μολυσμένα από ιούς.

Κυτταροτοξικός

Αυτός που καταστρέφει τα κύτταρα.

Κωλονοσκόπηση

Η εξέταση του εντέρου με τη χρήση ενός εύκαμπτου σωλήνα με οπτικές ίνες (κώλονοσκόπιο).

Λαπαροσκόπηση

Η εξέταση κατά την οποία μπαίνει μέσα στην κοιλιά από μια μικρή τομή ένας εύκαμπτος σωλήνας από οπτικές ίνες για να γίνει οπτικός έλεγχος ενός συγκεκριμένου προβλήματος. Γίνεται με αναισθησία στο χειρουργείο.

Λεμφαδένες

Εξειδικευμένα όργανα που διάσπαρτα σε όλο το σώμα, στα οποία βρίσκονται τα λευκά αιμοσφαίρια και άλλα σημαντικά κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Λεμφικός ιστός

Το σύνολο των οργάνων του σώματος που σχετίζεται με την παραγωγή και φιλτράρισμα της λέμφου (λεμφαδένες), τα λεμφαγγεία (αγγεία που μεταφέρουν τη λέμφο) με τα λεμφοκύτταρα και τα αντισώματα.

Λεμφοίδημα

Συγκέντρωση λέμφου σε ένα όργανο ή σε μία περιοχή του σώματος σαν συνέπεια της απόφραξης των αγγείων του λεμφικού συστήματος (λεμφαγγεία).

Λευκοπλακία

Μια μόλυνση του βλεννογόνου του στόματος από τον ιό Epstein Barr. Εμφανίζεται νωρίς στην λοίμωξη από HIV. Εμφανίζονται λευκές κηλίδες στα πλάγια της γλώσσας.

Λιποατροφία

Η ελάττωση του λίπους του σώματος.

Λιποδυστροφία

Η διαταραχή της κατανομής του λίπους στο σώμα.

Λοίμωξη

Η εμφάνιση συμπτωμάτων νόσου μετά από την είσοδο μικροβίων ή ιών στον οργανισμό.

Λύση

Καταστροφή της μεμβράνης ενός κυττάρου, κατάσταση που οδηγεί στο θάνατό του.

Μαγνητική τομογραφία

Μέθοδος απεικόνισης του σώματος, που δεν βασίζεται στις ακτίνες Χ (όπως η αξονική τομογραφία), αλλά στον μαγνητισμό από ένα ισχυρότατο μαγνητικό πεδίο και στον ακόλουθο ταχύτατο απομαγνητισμό των μορίων του νερού μέσα στον οργανισμό.

Μακρομόρια

Μόρια που αποτελούνται από πολλά μικρότερα (π.χ. το DNA).

Μακροφάγα

Κύτταρα - «σκουπιδιάρηδες» του ανοσοποιητικού συστήματος, που καταπίνουν μικροοργανισμούς. Βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στους ιστούς.

Μεταβολισμός

Ο μηχανισμός διατήρησης της ζωής κατά τον οποίο τα σάκχαρα, οι πρωτεΐνες και το λίπος της τροφής διασπώνται και αποδίδουν ενέργεια.

Μεταβολίτης

Κάθε χημική ουσία που παράγεται κατά τον μεταβολισμό.

Μετάλλαξη

Η αυτόματη αλλαγή στη σειρά των νουκλεοτιδίων στο DNA, στο γενετικό υλικό. Μπορεί να οφείλεται στη δράση ακτινοβολίας ή σε λάθη κατά την αντιγραφή του DNA (ή στο RNA αν πρόκειται για ρετροϊό, όπως ο HIV).

Μηνιγγίτιδα

Η μόλυνση των μεμβρανών που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό από μικρόβιο ή ιό. Είναι μια πάρα πολύ σοβαρή πάθηση που μπορεί να οδηγήσει σε κώμα και θάνατο ή, σε ελαφρύτερες μορφές, σε μόνιμες νευρολογικές βλάβες.

Μιτοχόνδριο

Ένα οργανίδιο του κυττάρου που παράγει ενέργεια.

Μόλυνση

Η είσοδος μικροβίων στον οργανισμό. Δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε νόσο.

Μονή τυφλή μελέτη

Η κλινική μελέτη όπου οι ασθενείς δεν ξέρουν τι θεραπεία παίρνουν, αλλά οι γιατροί ξέρουν.

Μονοκύτταρα

Μια ομάδα λευκών αιμοσφαιρίων που καταπίνουν μικροοργανισμούς. Είναι στην ουσία τα ίδια κύτταρα με τα μακροφάγα, μόνο που τα μονοκύτταρα κυκλοφορούν στο αίμα.

Μύκητες

Μια ομάδα μικροοργανισμών που τρέφονται από οργανικές ουσίες. Θεωρούνται φυτά χωρίς χλωροφύλλη. Μερικά είδη μπορούν να προκαλέσουν δερματικές παθήσεις ή κολπίτιδα στον άνθρωπο. Σε εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρες λοιμώξεις.

Μυκοβακτηρίδια

Μια υποομάδα βακτηριδίων ανάμεσα στα οποία ανήκει και το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.

Νεόπλασμα

Ο όγκος που προκύπτει από την ανώμαλη και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη κυττάρων. Υπάρχουν καλοήθη και κακοήθη (καρκινικά) νεοπλάσματα.

Νευροληπτικό

Φάρμακο που σταματά ψυχωτικά φαινόμενα όπως οι ψευδαισθήσεις και οι διαταραχές σκέψης.

Νουκλεοσιδικά ανάλογα

Ουσίες που μοιάζουν χημικά με τα συστατικά του DNA και του RNA.

Νουκλεοσίδιο

Ένα από τα συστατικά του RNA και του DNA. Υδρολυμένο παράγωγο των νουκλεοτιδίων.

Νουκλεοτίδιο

Ένα από τα συστατικά κομμάτια του RNA και του DNA.

Οίδημα

Πρήξιμο, συγκέντρωση υγρού κάτω από το δέρμα ή σε περιοχές του σώματος.

Ομάδα ελέγχου

Η ομάδα των συμμετεχόντων σε μια κλινική δοκιμή που δεν λαμβάνουν το πειραματικό φάρμακο το οποίο δοκιμάζεται στη μελέτη, αλλά παίρνουν μια ήδη δοκιμασμένη αγωγή ή ακόμη και placebo. Χρησιμοποιούνται για σύγκριση με την ομάδα που παίρνει το πειραματικό φάρμακο.

Ομοιοπαθητική

Μια εναλλακτική θεραπευτική μέθοδος που θεραπεύει τις παθήσεις χρησιμοποιώντας ελάχιστες ποσότητες ουσιών που προκάλεσαν την πάθηση ή ουσιών που προκαλούν παρόμοια συμπτώματα με αυτά της πάθησης.

Ορμόνη

Μια ουσία (πρωτεΐνη) που παράγεται από τον οργανισμό και διεγείρει ή καταστέλλει τα κύτταρα-στόχους της, ρυθμίζοντας έτσι την παραγωγή ορισμένων ουσιών. Οι ορμόνες είναι στην πράξη ένα μέσο επικοινωνίας των κυττάρων.

Οροαρνητικός

Ασθενής αρνητικός σε μια συγκεκριμένη ορολογική εξέταση (για οποιοδήποτε μικρόβιο/ιό, όχι κατ' ανάγκη για τον HIV).

Οροθετικός

Ασθενής θετικός σε μια συγκεκριμένη ορολογική εξέταση (όχι κατ' ανάγκη για τον HIV).

Ορομετατροπή

Η πρώτη εμφάνιση αντισωμάτων κατά ενός μικροβίου ή ιού (επομένως και του HIV) σε έναν μέχρι πρότινος υγιή (οροαρνητικό) οργανισμό. Η χρονική στιγμή μετά την οποία μπορεί να ανιχνευτεί εργαστηριακά με εξέταση αίματος ότι το άτομο έχει αναπτύξει αντισώματα, επομένως έχει μολυνθεί. Για τον HIV στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτό συμβαίνει τρεις με δώδεκα εβδομάδες μετά από την μόλυνση.

Ορρός

(του αίματος) Το καθαρό, κιτρινωπό τμήμα του αίματος που δεν περιέχει κύτταρα, αλλά νερό, πρωτεΐνες (μεταξύ των οποίων και αντισώματα) και χημικές ουσίες.

Οσφυονωτιαία παρακέντηση

Η παρακέντηση του χώρου γύρω από τον νωτιαίο μυελό με σκοπό τη συλλογή εγκεφαλονωτιαίου υγρού για εξέταση /καλλιέργεια όταν υπάρχουν υπόνοιες προσβολής του κεντρικού νευρικού συστήματος από μικρόβιο ή ιό.

Ουδετεροπενία

Κρίσιμη κατάσταση όταν υπάρχουν αφύσικα χαμηλοί αριθμοί ουδετεροφίλων (βλ. λέξη) στο αίμα.

Ουδετερόφιλα

Μια ομάδα λευκών αιμοσφαιρίων που δρουν σαν πολεμιστές πρώτης γραμμής εναντίον των εισβολέων.

Παγκρεατίτιδα

Η φλεγμονή του παγκρέατος, που στην οξεία της μορφή προκαλεί οξύ κοιλιακό πόνο και σοκ, που μπορεί να είναι θανατηφόρο.

Παγκυτταροπενία

Η ελάττωση του αριθμού όλων των κυττάρων του αίματος.

Παθογένεση

Ο μηχανισμός με τον οποίο ένα παθογόνο αίτιο προκαλεί μια νόσο.

Παθογόνο

Κάθε μικροοργανισμός που μπορεί να προκαλέσει νόσο.

ΠΑΠ τέστ

(τεστ Παπανικολάου) Η λήψη επιχρίσματος από τον τράχηλο της μήτρας με σκοπό να ελεγχθούν τα κύτταρα για κακοήθεια (καρκίνο).

Παράγοντας ανάπτυξης των νεύρων

(Nerve growth factor, NGF) Χημική ουσία (πρωτεΐνη), που εκκρίνεται από τον οργανισμό και συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας κατηγορίας νευρικών ινών. Βρίσκεται σε πολλούς ιστούς και στο πλάσμα του αίματος. Πιθανόν να έχει κοινή γενετική και εξελικτική καταγωγή με την ορμόνη ινσουλίνη.

Παράγοντας νέκρωσης όγκων

Πρωτεΐνη που παράγεται από μακροφάγα (όταν ενεργοποιηθούν από τα βοηθητικά, ή CD4 Τ-λεμφοκύτταρα). Σχετίζεται με το σύνδρομο φθίσης, τη νευροπάθεια του HIV και την άνοια του AIDS.

Παραισθησία

Η διαταραγμένη αίσθηση αφής πάνω στο δέρμα (σουβλίσματα, μυρμηγκιάσματα, αίσθηση διόγκωσης του μέλους, σύσφιξης ή ροής νερού).

Παρηγορητική θεραπεία

Η θεραπεία που εστιάζει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και όχι στη θεραπεία του προβλήματος που τα προκαλεί.

Πεπτίδιο

Δύο ή τρία αμινοξέα συνδεδεμένα μεταξύ τους σε μικρή αλυσίδα.

Περιγεννητική και κάθετη μετάδοση

Η μετάδοση ενός μικροβίου (ιού ή βακτηριδίου) από μια οροθετική μητέρα στο παιδί κατά τον τοκετό ή τη γαλουχία.

Περίοδος παραθύρου

Η περίοδος ανάμεσα στην είσοδο ενός ιού ή μικροβίου μέσα στον οργανισμό και την έναρξη παραγωγής αντισωμάτων. Στην πράξη είναι η περίοδος εκείνη όπου δεν μπορεί να ανιχνευτεί με εργαστηριακές μεθόδους αν ένα άτομο είναι μολυσμένο ή όχι. Για τον ΗΙV μπορεί να φτάσει μέχρι δύο ή και περισσότερους μήνες.

Περιστασιακός διαβήτης

Παροδική, σταθερή (για το διάστημα που διαρκεί) άνοδος της τιμής του σακχάρου νηστείας στο αίμα.

Περιφερειακή νευροπάθεια

Βλάβη των περιφερειακών νεύρων (δεν συμμετέχει ο εγκέφαλος και νωτιαίος μυελός). Πρώτα συμπτώματα είναι οι παραισθησίες. Μπορεί να οφείλεται σε HIV, σε διαβήτη, αλκοολισμό, φάρμακα.

Πλασέμπο

(placebo) Ένα χάπι που έχει το ίδιο σχήμα, χρώμα και γεύση με το πραγματικό, περιέχει όλα τα συστατικά εκτός από το δραστικό φάρμακο. Χρησιμοποιείται στις κλινικές μελέτες στην ομάδα ελέγχου.

Πνευμονοκύστη Καρίνι (καρίνειος)

Ένα παράσιτο που σε εξασθενημένους οργανισμούς προκαλεί πνευμονία.

Πολυμεράση

Ένζυμο του οργανισμού που βρίσκεται στο πυρήνα των κυττάρων και βοηθά στην αντιγραφή του DNA ή του RNA.

Προγραμματισμένη Διακοπή Αγωγής (ΠΔΑ)

Structured Treatment Interruption. Προσωρινή διακοπή της αντιρετροϊικής αγωγής συνήθως για διάστημα λίγων εβδομάδων ή μηνών, πάντα μετά από συνεννόηση με τον γιατρό.

Προγραμματισμένη Περιοδική Αγωγή (ΠΠΑ)

Περιοδική διακοπή και επανέναρξη της αντιρετροϊικής αγωγής ανά διαστήματα λίγων ημερών.

Προκλητά δυναμικά

Μια ομάδα νευρο-φυσιολογικών εξετάσεων που ελέγχουν τη μετάδοση ενός ερεθίσματος (όραση, ακοή, αφή) από το εκάστοτε αισθητήριο όργανο ή απόληξη μέχρι στον εγκέφαλο. Τυχόν καθυστερημένη άφιξη του ερεθίσματος στον εγκέφαλο αποτελεί ένδειξη βλάβης. Η εξέταση ανιχνεύει βλάβες στα νεύρα αισθητηρίων οργάνων, των αισθητικών «δρόμων» (που οδηγούν από το όργανο στον εγκέφαλο), καθώς και μέσα στον ίδιο τον εγκέφαλο. Ειδικότερες εξετάσεις μπορούν να δώσουν πληροφορίες για την ακεραιότητα των ανερχόμενων αισθητικών «δρόμων» από τον νωτιαίο μυελό προς τον εγκέφαλο.

Προοδευτική πολυεστιακή λευκο-εγκεφαλοπάθεια

Μια σπάνια, αλλά πολύ σοβαρή λοίμωξη με πολλές εστίες μέσα στη λευκή ουσία του εγκεφάλου. Έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται σε ιό της οικογενείας Papova (papilloma-polioma virus).

Πρωτεάση του HIV

Μετά την είσοδο του ιικού DNA μέσα στο DNA του κυττάρου, το κύτταρο παράγει όλες τις πρωτείνες του ιού ενωμένες σε μεγάλες αλυσίδες, σαν ένα μακρύ τρένο με πολλά βαγόνια. Η πρωτεάση του HIV διασπά τις μεγάλες πρωτεΐνες («τρένο») σε μικρότερες («βαγόνια»), από τις οποίες φτιάχνει νέους ιούς.

Πρωτεάση

Ένζυμο (συνώνυμο: πρωτεολυτικό ένζυμο) που κόβει πρωτεϊνικές αλυσίδες σε μικρότερα τμήματα.

Πρωτόζωα

Μια ομάδα μονοκύτταρων μικροοργανισμών, μερικοί από τους οποίους προκαλούν παθήσεις στον άνθρωπο.

Πρωτόκολλο

Ένα λεπτομερές πλάνο που περιγράφει τους σκοπούς μιας κλινικής μελέτης καθώς και τις προκαθορισμένες ενέργειες που θα ακολουθηθούν σε όλους τους ασθενείς.

Πρωτολοίμωξη

Οι πρώτες εβδομάδες από τη λοίμωξη π.χ από HIV.

Ρετροϊός

(retro- λατινικά = γυρίζω πίσω) Τύπος ιού που σε αντίθεση με τους υπόλοιπους έχει το γενετικό του υλικό σε μορφή RNA αντί για DNA. Για να πολλαπλασιαστεί πρέπει πρώτα να μετατρέψει το RNA του σε DNA, να «γυρίσει πίσω». Ο ρετροϊός HIV καταλαμβάνει τα Τ λεμφοκύτταρα του σώματος και τα μετατρέπει σε εργοστάσια παραγωγής ιών.

Ριβόσωμα

Οργανίδιο του εσωτερικού των κυττάρων όπου συντίθενται οι πρωτεΐνες.

Σαπρόφυτο

Μικροοργανισμός που δεν προκαλεί νόσο και συμβιώνει ειρηνικά με τον ανθρώπινο οργανισμό.

Σάρκωμα Καπόζι

Ένα είδος καρκίνου του δέρματος και /ή των εσωτερικών οργάνων που οφείλεται στην ανώμαλη ανάπτυξη των αιμοφόρων αγγείων.

Σηψαιμία

Η παρουσία μεγάλου αριθμού πυογόνων βακτηριδίων στον οργανισμό. Είναι μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, που μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο.

Σμηγματορροϊκή δερματίτιδα

Χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του δέρματος που χαρακτηρίζεται από απολέπιση (ξεφλούδισμα), ερυθρότητα και κνησμό.

Σπλήνας

Όργανο στο πάνω αριστερό μέρος της κοιλιάς που παράγει λευκά αιμοσφαίρια και χρησιμεύει σαν αποθήκη για ερυθρά αιμοσφαίρια.

Στατίνες

Χημικές ουσίες που ελαττώνουν τα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης στο αίμα και χορηγούνται σε ασθενείς με υπερ-χοληστερολαιμία και υπο-αλφα-λιποπρωτεϊναιμία.

Στέλεχος ιού

Μεταλλαγμένη μορφή του ιού.

Στεροειδή

Τεχνητές χημικές ουσίες με δράση παρόμοια με αυτή της κορτιζόνης, αλλά πολύ ισχυρότερη. Χρησιμοποιούνται κυρίως για να καταστείλουν φλεγμονώδεις αντιδράσεις του οργανισμού, καταστέλλοντας στην ουσία το ανοσοποιητικό σύστημα.

Συγκριτική μελέτη

Μια μελέτη κατά την οποία ένα πειραματικό φάρμακο συγκρίνεται σε σχέση με ένα άλλο (πειραματικό ή εγκεκριμένο).

Συμμόρφωση (στην αγωγή)

Το να παίρνει κανείς τη φαρμακευτική του αγωγή ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες για τις ώρες λήψεις, τους διατροφικούς περιορισμούς, τις αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Συνώνυμο: Τήρηση.

Συμπλήρωμα

Μια ομάδα χημικών ουσιών του αίματος, που μπορούν να καταστρέφουν μικροοργανισμούς.

Συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης

Νομικά απαραίτητη, ενυπόγραφη συγκατάθεση του εθελοντή /ασθενούς να συμμετάσχει σε μια κλινική μελέτη ή να δεχτεί μια φαρμακευτική αγωγή ή χειρουργική επέμβαση. Πρέπει πάντοτε να έχει προηγηθεί υπεύθυνη και λεπτομερής ενημέρωσή του εκ μέρους του γιατρού.

Σύνδρομο

Πολλά διαφορετικά συμπτώματα και παθήσεις που συνιστούν την κλινική εικόνα μιας νόσου.

Συνδυαστική αγωγή

(επίσης αγωγή «κοκτέιλ») Αγωγή κατά την οποία χορηγούνται περισσότερα του ενός φάρμακα, για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Σύντηξη

Ο μηχανισμός με τον οποίο ο HIV αφού προσκολληθεί πάνω σε ένα κύτταρο-στόχο, ενώνεται μαζί του και «διαλύεται» μέσα του, αδειάζοντας το γενετικό του υλικό στο εσωτερικό του κυττάρου. Ο παραπάνω μηχανισμός κατευθύνεται από το ιικό ένζυμο συντηξίνη.

Συντηξίνη

Ένζυμο (πρωτεΐνη) του HIV που κατευθύνει τη διαδικασία της σύντηξης.

Τ4 Λεμφοκύτταρα (βοηθητικά)

Μια υποομάδα των Τ-λεμφοκυττάρων που διεγείρουν τα Β-λεμφοκύτταρα για να κατασκευάσουν αντισώματα. Η μέτρηση των Τ4 λεμφοκυττάρων στο αίμα είναι ενδεικτική της ισχύος του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τ8 Λεμφοκύτταρα (κατασταλτικά)

Μια υποομάδα των Τ-λεμφοκυττάρων που μετριάζουν ή καταστέλλουν την παραγωγή αντισωμάτων από τα Β-λεμφοκύτταρα.

Τεστ ELISΑ

(Ελάιζα) Το πιο κοινό (και φθηνό) αιματολογικό τεστ για να βρεθεί αν υπάρχει HIV λοίμωξη.

Τεστ ευαισθησίας

Ο εργαστηριακός εντοπισμός των αντιβιοτικών στα οποία είναι ευαίσθητο ένα μικρόβιο ή ένας ιός.

Τήρηση (της αγωγής)

Το να παίρνει κανείς τη θεραπεία ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες.

Τ-λεμφοκύτταρα

Κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, που παράγονται από τον μυελό των οστών και ωριμάζουν στον σπλήνα. Βοηθούν τον οργανισμό να καταπολεμά τις μολύνσεις. Αναγνωρίζουν τους εισβολείς και εκκρίνουν κυτοκίνες.

Τοξικότητα

Ο βαθμός και ο τρόπος με τον οποίο μια χημική ουσία ή ένα φάρμακο βλάπτει τον οργανισμό.

Τοξίνη

Μια δηλητηριώδης ουσία (πρωτεΐνη) που παράγεται από ορισμένα μικρόβια.

Τοξοπλάσμωση

Η λοίμωξη από το πρωτόζωο Toxoplasma gondii, που μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή στον εγκέφαλο.

Τρανσαμινάσες

Ένζυμα (πρωτεΐνες) που μεταφέρουν μόρια που περιέχουν άζωτο (ανήκουν στην χημική ομάδα «αμίνες»). Υπάρχουν στο συκώτι, την καρδιά και τους σκελετικούς μύες. Αύξηση ορισμένων από αυτές σημαίνει βλάβη στο αντίστοιχο όργανο.

Τράχηλος της μήτρας

Το κάτω τμήμα της μήτρας, που βρίσκεται στο τέλος του κόλπου.

Τυχαιοποίηση

Η διαδικασία κατά την οποία επιλέγεται τυχαία η θεραπεία που θα ακολουθήσει ένας ασθενής σε μια κλινική μελέτη. Μια διπλή τυφλή (βλ λέξη), τυχαιοποιημένη μελέτη θεωρείται η πιο αμερόληπτη και αξιόπιστη.

Υπεργλυκαιμία

Η μεγάλη αύξηση της ποσότητας της γλυκόζης στο αίμα. Αν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει σε σοκ και θάνατο.

Υπερευαισθησία

Έντονη αλλεργική αντίδραση.

Υπέρταση

(αρτηριακή) Η αύξηση της αρτηριακής πιέσεως πάνω από τα 140 mmHg (χιλιοστά στήλης υδραργύρου = μονάδα μέτρησης).

Υπογλυκαιμία

Η μεγάλη ελάττωση της γλυκόζης στο αίμα. Αν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει σε σοκ και θάνατο.

Υποξία

Ελαττωμένη παροχή οξυγόνου στο αίμα, σε ένα όργανο ή έναν ιστό.

Υποστροφή

Η ελάττωση των διαστάσεων ενός όγκου.

Φαγοκύτωση /φαγοκυττάρωση

Η διαδικασία της κατάποσης ουσιών ή μικροβίων από κύτταρα.

Φαρμακοκινητική

Η μελέτη της δράσης (απορρόφησης, κατανομής και αποδόμησης /απομάκρυνσης) ενός φαρμάκου στο σώμα.

Φιβράτες

Φάρμακα για ασθενείς με μειωμένα επίπεδα HDL-χοληστερόλης, υπερ-τριγλυκεριδαιμία και υπο-αλφα-λιποπρωτεϊναιμία.

Φλεγμονή

Αντίδραση του οργανισμού σε ένα ερεθιστικό αίτιο (μικρόβιο, ιός, παράσιτο, μύκητας κ. α.). Τα κλασικά χαρακτηριστικά μιας φλεγμονής είναι η ερυθρότητα, η θερμότητα, το οίδημα και ο πόνος.

Φυλλικό οξύ

Χημική ουσία που βρίσκεται στα ωμά πράσινα λαχανικά, απαραίτητη για τη βιοσύνθεση του DNA. Έλλειψή του προκαλεί διαταραχές σε ταχέως πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα, όπως τα κύτταρα του μυελού, που είναι πρόδρομοι των ερυθρών αιμοσφαιρίων και οδηγεί σε αναιμία (μεγαλοβλαστική αναιμία).

Φυσικά κύτταρα δολοφόνοι

(ΝΚ cells, natural killer cells) Κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που επιτίθενται και καταστρέφουν μολυσμένα κύτταρα ή όγκους. Για αυτή την δράση τους δεν χρειάζεται να αναγνωρίσουν ειδικά αντιγόνα.

Φωσφορυλίωση

Η χημική αντίδραση κατά την οποία προστίθενται φωσφορικά ιόντα (-PO4) σε μια χημική ουσία. Τα φάρμακα AZT, ddI και ddC δεν είναι δραστικά κατά του ΗIV με την μορφή με την οποία απορροφώνται από τον οργανισμό, αλλά μόνο αφού φωσφορυλιωθούν μέσα του.

Χημειοθεραπεία

Η χρήση φαρμάκων για τη θεραπεία μιας παθήσεως

Χημειοπροφύλαξη

Η προφυλακτική χορήγηση χαμηλών δόσεων αντιβιοτικών, χωρίς να υπάρχει λοίμωξη, με σκοπό την προστασία ενός οργανισμού που βρίσκεται σε κίνδυνο από τη συγκεκριμένη λοίμωξη.

Χολερυθρίνη

Μια ουσία που εκκρίνεται από το συκώτι στο αίμα σαν αποτέλεσμα βλάβης των κυττάρων του. Αυτή η βλάβη μπορεί να είναι συνέπεια λοίμωξης (π.χ. ηπατίτιδα) ή τοξικής δράσης φαρμάκων.

Χοληδόχος κύστη

Ένας μικρός σάκος που συνδέεται με το συκώτι και που αποθηκεύει τη χολή για να την εκκρίνει ελεγχόμενα στο έντερο κατά την πέψη των τροφών.

Χοληστερόλη

(Χοληστερίνη) Μια ουσία που σχηματίζεται κυρίως από τον οργανισμό αλλά λαμβάνεται και από την τροφή και χρησιμοποιείται για την παρασκευή ορμονών (οιστρογόνα, ανδρογόνα, κορτιζόλη)

Χρόνος ημιζωής

Ο χρόνος που χρειάζεται για να απομακρυνθεί από το αίμα το 50% της δόσης ενός φαρμάκου. Ο χρόνος αυτός καθορίζει τον αριθμό των δόσεων του φαρμάκου που είναι απαραίτητες ανά ημέρα. Όσο πιο σύντομος είναι ο χρόνος ημιζωής, τόσο περισσότερες δόσεις χρειάζονται, ώστε να διατηρηθούν στο αίμα σταθερά επίπεδα φαρμάκου.

Χυμική ανοσία

Το τμήμα εκείνο των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που καταπολεμά τους παθογόνους οργανισμούς παράγοντας αντισώματα.

Τελευταία Ενημέρωση: Πέμπτη, 05 Ιουνίου 2008 02:20